Ρετατρουτίδη – τριπλός αγωνιστής των υποδοχέων GLP-1, GIP και γλυκαγόνης, που μελετάται για το σωματικό βάρος και τον μεταβολισμό της γλυκόζης. Τιμή και ανάλυση.
59.00 EUR · Σε απόθεμα







Το προϊόν αυτό προορίζεται αποκλειστικά για επιστημονική και ερευνητική χρήση, καθώς και ως πρότυπο αναφοράς σε αναλύσεις HPLC, και δεν είναι εγκεκριμένο φαρμακευτικό προϊόν. Δεν προορίζεται για τη διάγνωση, τη θεραπεία ή την πρόληψη νόσων σε ανθρώπους ή ζώα. Δεν έχει εγκριθεί από τον FDA, τον EMA ή οποιαδήποτε εθνική ρυθμιστική αρχή. Οι πληροφορίες αυτής της σελίδας έχουν επιστημονικό-ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελούν ιατρική συμβουλή, σύσταση χρήσης ή δήλωση κλινικής αποτελεσματικότητας και ασφάλειας.
Η Ρετατρουτίδη είναι ένα συνθετικό πεπτιδικό ανάλογο 42 αμινοξέων, το οποίο προσελκύει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας επειδή δρα ταυτόχρονα σε τρία διαφορετικά μεταβολικά υποδοχικά συστήματα – GLP-1, GIP και γλυκαγονικούς υποδοχείς. Το τριπλό υποδοχικό προφίλ το τοποθετεί ανάμεσα στη νεότερη γενιά ενώσεων βασισμένων σε ινκρετίνες, οι οποίες μελετώνται σε σχέση με το σωματικό βάρος, τον μεταβολισμό της γλυκόζης και το ενεργειακό ισοζύγιο.
Οι κλασικοί αγωνιστές υποδοχέων GLP-1 δρουν κυρίως μέσω ενός υποδοχικού συστήματος. Στη Ρετατρουτίδη, στη δράση επί των GLP-1 και GIP προστίθεται και διέγερση του γλυκαγονικού υποδοχέα. Το επιστημονικό ερώτημα είναι αν ο συνδυασμός των τριών μηχανισμών δίνει μια μεταβολική απόκριση διαφορετική από αυτή των μορίων με μονή ή διπλή υποδοχική δραστηριότητα.
Τα GLP-1 και GIP είναι υπεύθυνα για την ινκρετινική ρύθμιση της γλυκόζης και την έκκριση ινσουλίνης, ενώ η γλυκαγονική σηματοδότηση έχει ευρύτερη σημασία για τον ενεργειακό μεταβολισμό και την κινητοποίηση ενεργειακών υποστρωμάτων. Ο συνδυασμός τους επιτρέπει, σε προκλινικό και κλινικό επίπεδο, τη μελέτη των επιδράσεων στην όρεξη, τον κορεσμό, τη σύσταση σώματος, τον λιπώδη ιστό και σειρά μεταβολικών δεικτών.
Στα κλινικά προγράμματα συμμετέχουν κυρίως άτομα με παχυσαρκία, υπερβάλλον βάρος, διαβήτη τύπου 2 και άλλες καταστάσεις με διαταραγμένη μεταβολική ρύθμιση. Εκτός από τις μεταβολές στη σωματική μάζα, παρακολουθούνται η HbA1c, η πλασματική γλυκόζη, το λιπιδαιμικό προφίλ, η αρτηριακή πίεση, οι φλεγμονώδεις δείκτες και ο όγκος του λιπώδους ιστού σε διάφορες σωματικές αποθήκες.
Τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν μεταβολές σε αρκετούς από αυτούς τους δείκτες, αλλά η ερμηνεία τους πρέπει να παραμένει αυστηρά εντός των ορίων των αντίστοιχων ερευνητικών πρωτοκόλλων. Το μέγεθος των παρατηρούμενων μεταβολών εξαρτάται από τη δόση που εφαρμόζεται, τον τρόπο τιτλοδότησης, τα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων και τη διάρκεια παρακολούθησης.
Οι μελέτες πάνω στη Ρετατρουτίδη κινούνται σε αρκετές συνδεδεμένες κατευθύνσεις – υποδοχική φαρμακολογία, ρύθμιση της όρεξης, σωματικό βάρος, μεταβολισμό υδατανθράκων και λιπιδίων, ενεργειακή δαπάνη και καρδιομεταβολικούς δείκτες. Τα δεδομένα προέρχονται από κυτταρικά μοντέλα, προκλινικά πειράματα και ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές.
Οι παρακάτω υπολογισμοί είναι αποκλειστικά μαθηματικά παραδείγματα που απεικονίζουν τη σχέση μεταξύ της συνολικής ποσότητας ουσίας, του όγκου του διαλύτη και της προκύπτουσας συγκέντρωσης. Δεν αποτελούν σύσταση δοσολογίας, σχήμα χορήγησης ή οδηγία χρήσης.
Προκύπτει συγκέντρωση 2.5 mg/ml, όπου 0.4 ml περιέχουν 1 mg ουσίας.
Ενδεικτικές τιμές:
Εδώ η τελική συγκέντρωση είναι 5 mg/ml, δηλαδή 0.2 ml περιέχουν 1 mg. Σε σχέση με συγκέντρωση 2.5 mg/ml, για τον ίδιο όγκο η ποσότητα ουσίας είναι διπλάσια.
Σε αυτή την περίπτωση η τελική συγκέντρωση είναι 10 mg/ml, και 0.1 ml περιέχουν 1 mg. Όσο υψηλότερη είναι η συγκέντρωση, τόσο μεγαλύτερη διαφορά στην υπολογιζόμενη ποσότητα ουσίας προκαλεί ακόμη και μικρή απόκλιση στον μετρούμενο όγκο.
Στις κλινικές δοκιμές με Ρετατρουτίδη συμμετέχουν άτομα με παχυσαρκία, υπερβάλλον βάρος, διαβήτη τύπου 2 και άλλες διαταραχές της μεταβολικής λειτουργίας. Αυτά τα προγράμματα παρακολουθούν τόσο τα κύρια καταληκτικά σημεία για σωματικό βάρος και γλυκαιμικό έλεγχο, όσο και πολλούς δευτερεύοντες δείκτες.
Μέρος των μελετών εφαρμόζει απεικονιστικές μεθόδους για την αξιολόγηση της σύστασης σώματος και της κατανομής του λιπώδους ιστού. Έτσι αναλύονται όχι μόνο οι μεταβολές στη συνολική σωματική μάζα, αλλά και οι αλλαγές στις σπλαχνικές και ηπατικές λιπώδεις αποθήκες.
Ορισμένα κλινικά προγράμματα περιλαμβάνουν συμμετέχοντες με παχυσαρκία ή υπερβάλλον βάρος, στους οποίους υπάρχουν και συνοδά νοσήματα, μεταξύ αυτών η οστεοαρθρίτιδα του γόνατος. Σε αυτές τις δοκιμές αξιολογούνται οι μεταβολικοί δείκτες μαζί με τις μεταβολές στον πόνο, την κινητικότητα, τη σωματική λειτουργία και την καθημερινή δραστηριότητα.
Μεταξύ των δεικτών που εξετάζονται στην επιστημονική βιβλιογραφία είναι:
Ο τριπλός υποδοχικός μηχανισμός κατατάσσει τη Ρετατρουτίδη ανάμεσα στα ενεργά μελετώμενα μόρια στην ινκρετινική και μεταβολική φαρμακολογία. Ο συνδυασμός δράσης GLP-1, GIP και γλυκαγόνης επιτρέπει να εξεταστεί αν η ταυτόχρονη επίδραση σε πολλά μεταβολικά μονοπάτια οδηγεί σε προφίλ επιδράσεων διαφορετικό από αυτό των πιο επιλεκτικών μορίων.
Τα αποτελέσματα, ωστόσο, απαιτούν προσεκτική ερμηνεία. Οι παρατηρήσεις σε συγκεκριμένη δοσολογική ομάδα ή συγκεκριμένο εξεταζόμενο πληθυσμό δεν μεταφέρονται αυτόματα σε άλλες ομάδες, ενώ η τεκμηρίωση μακροχρόνιου προφίλ ασφάλειας απαιτεί παρατεταμένη παρακολούθηση στον χρόνο.
Τα κυτταρικά και προκλινικά μοντέλα προσθέτουν πληροφορίες για τις υποδοχικές αλληλεπιδράσεις, τα μεταβολικά σηματοδοτικά μονοπάτια και την πιθανή συνεισφορά των επιμέρους συστατικών του μορίου. Ωστόσο, δεν αντικαθιστούν τα αποτελέσματα ελεγχόμενων κλινικών δοκιμών σε ανθρώπους.
Σύμφωνα με τις δημοσιευμένες κλινικές δοκιμές, οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις αφορούν το γαστρεντερικό σύστημα. Η συχνότητα και η βαρύτητά τους συνήθως εξαρτώνται από το επίπεδο δόσης, τον ρυθμό τιτλοδότησης και την ατομική ανεκτικότητα των συμμετεχόντων.
Μεταξύ των περιγραφόμενων αντιδράσεων είναι:
Στις κλινικές δοκιμές, τα γαστρεντερικά συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως στις περιόδους αύξησης της δόσης. Σε μέρος των συμμετεχόντων η ένταση μειώνεται μετά την προσαρμογή στο αντίστοιχο επίπεδο, αλλά η ατομική αντίδραση ποικίλλει.
Η μακροχρόνια ασφάλεια εξακολουθεί να μελετάται, μαζί με τις σπανιότερες ανεπιθύμητες αντιδράσεις, τις πιθανές αλληλεπιδράσεις με άλλες ουσίες και τις επιδράσεις σε συγκεκριμένους πληθυσμούς. Καθώς η κλινική ανάπτυξη βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, το τελικό προφίλ ασφάλειας της Ρετατρουτίδης δεν έχει πλήρως καθοριστεί.
Οι πληροφορίες έχουν συνοψιστεί με βάση δημοσιευμένες επιστημονικές έρευνες, προκλινικά μοντέλα και κλινικές παρατηρήσεις. Το υλικό έχει αποκλειστικά εκπαιδευτικό και ενημερωτικό σκοπό και δεν αποτελεί ιατρική συμβουλή, διάγνωση, σύσταση θεραπείας, σύσταση χρήσης, οδηγία χορήγησης ή υπόδειξη δοσολογίας. Η Ρετατρουτίδη είναι ερευνητικό μόριο και τα διαθέσιμα δεδομένα θα πρέπει να εξετάζονται αποκλειστικά στο πλαίσιο των δημοσιευμένων επιστημονικών ερευνών και των εφαρμοστέων κανονιστικών απαιτήσεων.