Πηγή: Laferrère B. et al., The Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism, 2005, PMC2824650
Ο σκοπός της μελέτης είναι να αξιολογηθεί εάν το GHRP-2 (Growth Hormone-Releasing Peptide-2), συνθετικός αγωνιστής του υποδοχέα γρελίνης GHS-R1a, μπορεί να επηρεάσει την όρεξη και την πραγματική πρόσληψη τροφής σε υγιείς ανθρώπους.
Η γρελίνη είναι μια περιφερική ορμόνη, που παράγεται κυρίως στο στομάχι, η οποία συμμετέχει στη ρύθμιση της πείνας και του ενεργειακού ισοζυγίου. Επιπλέον, η ενεργοποίηση των υποδοχέων GHS-R1a διεγείρει την απελευθέρωση αυξητικής ορμόνης (GH).
Οι ερευνητές εξέτασαν εάν το GHRP-2, το οποίο ενεργοποιεί το ίδιο σύστημα υποδοχέων, μπορεί να προκαλέσει μετρήσιμη αύξηση της όρεξης και της αυθόρμητης πρόσληψης θερμίδων σε ανθρώπους.
Τύπος: διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διασταυρούμενη κλινική μελέτη.
Συμμετέχοντες: 7 υγιείς άνδρες με μέση ηλικία περίπου 26 ετών και μέσο BMI 22.8 kg/m².
Παρεμβάσεις:
έγχυση GHRP-2 σε δόση 1 µg/kg/ώρα για 270 λεπτά·
συνεδρία ελέγχου με εικονικό φάρμακο – 0.9% NaCl – ίδιας διάρκειας.
Δοκιμή πρόσληψης τροφής: μετά την έγχυση, οι συμμετέχοντες είχαν ελεύθερη πρόσβαση σε μπουφέ, γεγονός που επέτρεψε τη μέτρηση της αυθόρμητης ενεργειακής πρόσληψης.
Παρακολουθούμενοι δείκτες:
συνολική πρόσληψη θερμίδων και κατανομή μακροθρεπτικών συστατικών·
συγκεντρώσεις GH, γλυκόζης και ινσουλίνης·
υποκειμενική αίσθηση πείνας και επιθυμία για φαγητό μέσω οπτικών αναλογικών κλιμάκων.
Πρόσληψη τροφής
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίας με GHRP-2 παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση της αυθόρμητα προσλαμβανόμενης ενέργειας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
αύξηση περίπου κατά 35.9%·
GHRP-2: 136.0 ± 13.0 kJ/kg·
εικονικό φάρμακο: 101.3 ± 10.5 kJ/kg (p = 0.008).
Δεν διαπιστώθηκε σημαντική μεταβολή στη σχετική κατανομή πρωτεϊνών, υδατανθράκων και λιπών.
Οι συμμετέχοντες παρουσίασαν ισχυρότερη τάση να ξεκινήσουν το φαγητό μετά την έκθεση στο GHRP-2.
Ορμονική απόκριση
Το GHRP-2 προκάλεσε σαφώς εκφρασμένη αύξηση της έκκρισης αυξητικής ορμόνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
GHRP-2: 5550 ± 1090 µg/L/240 min·
εικονικό φάρμακο: 412 ± 161 µg/L/240 min (p = 0.003).
Στο πλαίσιο της παρακολούθησης δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές μεταβολές στη γλυκόζη ή την ινσουλίνη πλάσματος.
Σε αυτή τη μικρή και βραχυπρόθεσμη μελέτη δεν αναφέρθηκαν σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Υποκειμενικές αισθήσεις
Οι συμμετέχοντες ανέφεραν αυξημένη αίσθηση πείνας και ισχυρότερη επιθυμία για φαγητό κατά τη διάρκεια της έκθεσης στο GHRP-2.
Η επίδραση ήταν παροδική και σταδιακά μειώθηκε μετά τη διακοπή της έγχυσης.
Το GHRP-2 δείχνει την ικανότητα να αυξάνει την αυθόρμητη πρόσληψη τροφής σε υγιείς συμμετέχοντες υπό ελεγχόμενες πειραματικές συνθήκες.
Τα αποτελέσματα υποστηρίζουν τον ρόλο του συστήματος υποδοχέων GHS-R1a στη ρύθμιση της όρεξης στον άνθρωπο.
Ταυτόχρονα παρατηρήθηκε έντονη απόκριση GH, γεγονός που επιβεβαιώνει τη χαρακτηριστική δράση του GHRP-2 στην έκκριση της υπόφυσης.
Η μελέτη δημιουργεί τη βάση για περαιτέρω έρευνες σε καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από μειωμένη όρεξη και απώλεια σωματικής μάζας.
Τα αποτελέσματα δεν επιτρέπουν την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με μακροπρόθεσμες αναβολικές, αναρρωτικές ή κλινικές επιδράσεις.
πολύ μικρός αριθμός συμμετεχόντων – μόνο 7 άτομα·
συμπεριλήφθηκαν αποκλειστικά νεαροί άνδρες με φυσιολογικό σωματικό βάρος·
εξετάστηκε βραχυπρόθεσμη ενδοφλέβια έγχυση, όχι παρατεταμένη έκθεση·
η μελέτη δεν αξιολογεί μακροπρόθεσμες μεταβολές στο σωματικό βάρος ή τη σωματική σύσταση·
τα αποτελέσματα δεν μπορούν να μεταφερθούν άμεσα σε ανθρώπους με παχυσαρκία, καχεξία ή άλλες ασθένειες.
Η μελέτη δείχνει ότι η ενεργοποίηση του GHS-R1a μέσω του GHRP-2 μπορεί να οδηγήσει σε μετρήσιμη αύξηση της πείνας και της πρόσληψης τροφής στον άνθρωπο.
Η παρατηρούμενη επίδραση στην GH επιβεβαιώνει ότι το μόριο επηρεάζει ταυτόχρονα την έκκριση GH από την υπόφυση και τους μηχανισμούς που σχετίζονται με την όρεξη.
Τα δεδομένα είναι ενδιαφέροντα για επακόλουθες κλινικές έρευνες σε καταστάσεις με διαταραγμένη όρεξη, αλλά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους θεραπευτική αποτελεσματικότητα.
Λόγω του μικρού μεγέθους και της σύντομης διάρκειας της μελέτης, απαιτούνται σημαντικά μεγαλύτερες ελεγχόμενες έρευνες πριν μπορέσουν να εξαχθούν συμπεράσματα για κλινική εφαρμογή.
Οι πληροφορίες παρουσιάζουν τα αποτελέσματα συγκεκριμένης επιστημονικής έρευνας και έχουν αποκλειστικά εκπαιδευτικό και ενημερωτικό σκοπό. Δεν αποτελούν ιατρική συμβουλή, σύσταση θεραπείας, οδηγία εφαρμογής ή υπόδειξη δοσολογίας.